Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν σήμερα στην Καλαμωτή




Είναι γνωστό οτι τα επαγγέλματα εξαρτώνται από την εποχή και τις ανάγκες της. Εμείς θα παρουσιάσουμε κάποια από τα επαγγέλματα που βρήκαμε ερευνώντας τις παλιότερες εποχές τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν, έτσι για να μην ξεχαστούν κι αυτά όπως και πολλά άλλα ακόμα στοιχεία της παράδοσής μας.

ΜΑΡΑΓΚΟΣ
Στο χωριό παλιά υπήρχαν τέσσερα-Ξυλουργεία, σήμερα δεν υπάρχει κανένα.Ήταν του Γιώργη Φραγκούλη, του Γρηγόρη Μενδωνίδη, του Γιάννη Κωστάζου και του Σωκράτη Σταμούλα. Κάποια εποχή ασχολήθηκε με το επάγγελμα του Μαραγκού και ο Γεώργιος Λεράκης.
Με πολύ μεράκι και αγάπη για την δουλειά, αναλαμβάνανε κάθε είδους ξυλουργικές εργασίες.
Κάθε κομμάτι ξύλο  που σμιλεύοντας με τα εργαλεία τους διηγείται σήμερα και μια ιστορία.Οι ρόζοι, τα νερά, το χρώμα και η μυρωδιά του γοητεύουν και συγκινούν και το απογειώνουν το ξύλο μέσα στο περιβάλλον ενός σπιτιού.

ΣΟΥΒΛΑΝΤΖΗΣ


Ποιός δεν έφαγε το μοναδικό παραδοσιακό σουβλάκι του Καρούσου.Ο Γιάννης Κρητικός γύριζε και πουλούσε το περίφημο σουβλάκι του με το καρότσι στις γειτονιές του χωριού.
Στέκι είχε της πρωινές ώρες το Γυμνάσιο, που στα διαλείματα γινόταν χαμός για ένα σουβλάκι αξίας μίας δραχμής.


ΠΑΓΩΤΑΤΖΗΣ

Η πιο μεγάλη χαρά για ένα παγωτατζή ήταν να βλέπει την ευτυχία στα μάτια των παιδιών όταν έπερναν στα χέρια τους το λαχταριστό  χωνάκι.
Σήμερα, που μας είναι εύκολο να αγοράσουμε ένα παγωτό από το διπλανό περίπτερο, το επάγγελμα του παγωτατζή έχει εξαφανισθεί.






ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ
Τα παλιά τα χρόνια που δεν υπήρχαν τα αυτοκίνητα, οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες αφού και μια απόσταση μικρή για τα σημερινά δεδομένα, π.χ. για να πάμε από το χωριό στην Κώμη που είναι 3 χιλιόμετρα, φαινόταν πολύ μεγάλη. Έπρεπε οι άνθρωποι να πάνε με τα πόδια ή με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Έτσι έχαναν πολύ χρόνο αλλά και κουραζόταν. Σκεφτείτε τώρα τις δυσκολίες που είχαν για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους. Γι αυτό υπήρχαν κάποιοι που έκαναν το επάγγελμα του αγωγιάτη. Χρησιμοποιώντας τα μουλάρια ή τα γαϊδούρια τους δεν έκαναν άλλη δουλειά παρά μόνο το καθημερινό δρομολόγιο από το χωριό μας σε άλλα χωριά κουβαλώντας ανθρώπους και εμπορεύματα.


ΝΤΕΛΑΛΗΣ

Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές του χωριού είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Έτσι όταν ήθελαν να ανακοινώσουν κάτι στους κατοίκους είχαν το ντελάλη. Δουλειά του ήταν να γυρίζει σε όλο το χωριό και να φωνάζει αυτό που έπρεπε να μάθουν όλοι οι χωριανοί. Κυρίως στεκόταν στα ψηλότερα σημεία  για να μπορεί να ακούγεται από όσο το δυνατόν περισσότερους.  Αυτό το σημείο λοιπόν ήταν ιδανικό για το ντελάλη έτσι ώστε να ακουστεί από πολλούς συγχωριανούς. Ο ντελάλης έπρεπε να είναι βροντόφωνος για να μπορεί να φωνάζει δυνατά και να τον ακούνε και υπομονετικός γιατί έπρεπε να γυρίσει όλο το χωριό και να φωνάζει για να μεταφέρει το μήνυμα. Πληρωνόταν από την Κοινότητα. Σήμερα που υπάρχουν τα μεγάφωνα μπορεί πιο εύκολα να ανακοινώσει η Κοινότητα αυτό που θέλει στους κατοίκους, κι έτσι δε χρειάζεται ο ντελάλης.

ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ
Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο. Μετά με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω - γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του



ΣΙΔΕΡΑΣ
Οι σιδεράδες έφτιαχναν με τα χέρια τους ότι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Είχαν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια φυσούνα ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σε αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω στο αμόνι. Το αμόνι ήταν μια μεγάλη σιδερένια βάση πάνω στην οποία έβαζαν τα σίδερα που θα επεξεργάζονταν. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο με ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν. Η δουλειά αυτή ήταν πάρα πολύ σκληρή. Απαιτούσε δύναμη από το σιδερά γιατί δούλευε με τα σίδερα που ήταν βαριά κι ακόμα ήταν συνέχεια δίπλα στη φωτιά και ζεσταινόταν και γέμιζε και με μουντζούρε

ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ



Στο χωριό παλιά υπήρχαν πέντε τσαγκαράδικα σήμερα κανένα.Ο τσαγκάρης  επισκεύαζε χαλασμένα παπούτσια ταα χρόνια εκείνα γιατί δεν είχαν την πολυτέλεια οι άνθρωποι να αγοράζουν παπούτσια κάθε φορά που χαλούσαν τα παλιά τους. Τα πήγαιναν λοιπόν στον τσαγκάρη και τα διόρθωνε. Τα μπάλωνε αν κάπου είχαν σχιστεί, τα κολλούσε αν είχαν τρυπήσει, και έβαζε καινούργιες σόλες όταν είχαν φθαρεί οι παλιές. Σήμερα βέβαια αυτό το επάγγελμα που πήγε να χαθεί λόγω του ότι πριν καλά καλά χαλάσουν τα παλιά μας τα παπούτσια, αγοράζαμε καινούργια, αρχίζουν ξανά και φυτρώνουν στις μεγαλοπόλεις, λόγω της οικονομικής κρίσης που περνάει η Χώρα μας






ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ
Η ροδάνα ήταν μια μεγάλη στρόγγυλη ξύλινη ρόδα που είχε στην περιφέρειά της μικρά ορθογώνια ξύλα πάνω στα οποία έπεφτε το νερό και τη γύριζε. Η ροδάνα μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα και ήταν συνδεδεμένη με διάφορα γρανάζια και τροχαλίες, παλιότερα ξύλινα και αργότερα σιδερένια που δίνανε κίνηση στις πέτρες. Τα γρανάζια τα κατασκεύαζαν μόνοι τους και ήταν ξύλινες ρόδες που είχαν καρφωμένα κάθετα στην περιφέρειά τους μικρά ξύλα περίπου 10 εκατοστών. Οι ρόδες αυτές έμπαιναν κάθετα η
μια στην άλλη και έτσι μετέδιδαν την κίνηση την οποία μπορούσαν να της αλλάζουν την φορά και από κάθετη που ήταν από την πτώση του νερού να την κάνουν οριζόντια για την κίνηση της μυλόπετρας.
Στο χωριό μας τα παλιότερα χρόνια, προτού έλθει το ηλεκτρικό ρεύμα ως κινητήρια δύναμη για τους μύλους ήταν το νερό.Σήμερα στο χωριό μας σώζεται ένας Νερόμυλος που βρίσκεται κοντά στο φράγμα του Κατράρη,ιδιοκτησία του Ισιδώρου Μιχ. Μονιάρου.


ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ

Στο χωριό υπήρχαν τέσσερα ελαιοτριβεία σήμερα κανένα. Οι παραγωγοί τις ελιές που είχαν μαζέψει στον ελαιώνα τις μετέφεραν με τα ζώα τους στο ελαιοτριβείο και τις έριχναν στις μυλόπετρες. Οι μυλόπετρες ήταν κάτι σαν ένα μεγάλο μίξερ όπου μέσα σε ένα κωνικό δοχείο γύριζαν με τη βοήθεια του νερού δυο μεγάλες πέτρες. Όταν έριχναν μέσα σε αυτό το δοχείο τις ελιές οι πέτρες όπως γύριζαν τις έλιωναν. Η πρέσα που σήμερα είναι ηλεκτροκίνητη παλιά ήταν χειροκίνητη.
Περνούσαν λοιπόν ένα μεγάλο ξύλο στον κρίκο που είχε στην κορυφή της και το γύριζαν ώστε να βιδωθεί και να πιέσει τις ψάθες με τις πολτοποιημένες ελιές, ώστε να βγάλει το λάδι τους. Το πρώτο λάδι που έβγαζαν το έλεγαν παρθένο ελαιόλαδο και ήταν το καλύτερο.
Από πάνω το πατούσαν οι εργάτες με ένα μεγάλο πλατύ σίδερο και το λάδι έτρεχε στην δεξαμενή. Το λάδι σαν ελαφρύτερο από το νερό συγκεντρωνόταν στο πάνω μέρος της δεξαμενής. Από εκεί με μια μεγάλη σέσουλα έπαιρναν σιγά σιγά το λάδι και το έριχναν στα δοχεία. και το πήγαιναν στο σπίτι τους οι παραγωγοί. .
Όταν πήγαιναν το λάδι στο σπίτι τους το έβαζαν στα κιούπια (πήλινα δοχεία). Τα κιούπια τα είχαν στην αποθήκη. Σε μερικά σπίτια τα κιούπια βρισκόταν μέσα στο πάτωμα του υπόγειου και δεν ξεχώριζε τίποτα παρά μόνο το στόμιό τους το οποίο το έκλειναν με μια πέτρα ή ένα σανίδι. Αυτό το έκαναν για το φόβο των  κατακτητών που πήγαιναν στα σπίτια και έκλεβαν την παραγωγή τους.

 ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ 
Για να γίνει το ψωμί ήταν κι αυτό μια πολύ δύσκολη δουλειά. Για να φτιαχτεί σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε οι γυναίκες να φτιάξουν το προζύμι στις 14 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού χρησιμοποιώντας το σταυρολούλουδο. Εκείνη την ημέρα φτιαχνόταν το προζύμι της χρονιάς.
Η κάθε γειτονιά είχε το δικό της φούρνο. Πολλές φορές και κάθε σπίτι είχε το φούρνο του. Οι γυναίκες έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να ζυμώσουν και να αφήσουν τη ζύμη να φουσκώσει για να πλάσουν στη συνέχεια το ψωμί και να το ψήσουν. Φυσικά αυτή τη δουλειά δεν την κάνανε κάθε μέρα. Ψωμί κάνανε μια φορά την εβδομάδα.
Αφού λοιπόν έπαιρναν προζύμι από κάποιον που είχε κάνει πρόσφατα ψωμί ζύμωναν με αυτό το δικό τους ψωμί. Κάθε νοικοκυρά κρατούσε λίγο προζύμι όταν ζύμωνε για να έχει και για την επόμενη φορά που θα ήθελε να ζυμώσει. Το προζύμι αυτό ξίνιζε αλλά έτσι έπρεπε να γίνει γιατί ξέρουμε ότι για να φουσκώσει το ψωμί πρέπει να γίνει η ζύμωση από τους μύκητες. Το ξινισμένο προζύμι δηλαδή γινόταν μαγιά. Το έβαζαν λοιπόν μαζί με άλλο αλεύρι και νερό (ανάλογα όσο ψωμί ήθελαν να κάνουν) και το ζύμωναν με τα χέρια τους σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη για να ανακατευτεί το προζύμι και να γίνει η ζύμωση σε όλο το ζυμάρι.
Το ζυμάρι που είχαν ζυμώσει στη μεγάλη ξύλινη σκάφη, το σκέπαζαν έβαζαν και κάτι βαρύ πάνω του και περίμεναν να φουσκώσει. Όταν φούσκωνε το έβαζαν σε μια βάση για να το πλάσουν. Έπαιρναν κομμάτια από ζυμάρι, αρκετά μεγάλα, και τα έδιναν το σχήμα του ψωμιού. Τα ψωμιά τότε ήταν στρόγγυλα. Πάνω στο ψωμί χάραζαν με τα χέρια τους το σχήμα του σταυρού, γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν έντονη η θρησκευτικότητα και το ψωμί θεωρούνταν ιερό και ευλογημένο. Τα ψωμιά αυτά τα έβαζαν σε μια στενόμακρη ξύλινη σκάφη με χωρίσματα για το κάθε ψωμί τα σκέπαζαν και με ένα πανί  και ήταν έτοιμα για να πάνε να ψηθούν.
Τότε έπρεπε να ετοιμάσουν το φούρνο. Ο φούρνος ήταν σαν ένα μικρό σπιτάκι κτισμένος με τούβλα και πέτρες. Στη βάση είχαν τις πέτρες που ήταν ειδικές γιατί αυτές έπρεπε να κάψουν και πάνω σε αυτές θα έψηναν το ψωμί.
Στην αρχή έβαζαν μέσα στο φούρνο διάφορα κλαδιά και ξύλα και τα άναβαν. Αφού είχε κάψει ο φούρνος, τότε 'έσβηναν' το φούρνο, δηλαδή έβγαζαν έξω τα ξύλα που έκαιγαν ακόμα για να μην καπνίζουν και μυρίσει το ψωμί. Με μια ξύλινη τσουγκράνα τραβούσαν στην είσοδο του φούρνου τα μικρά καρβουνάκια που ήταν ακόμα αναμμένα και τα άφηναν εκεί για να κρατάει κάποια θερμοκρασία που ήταν απαραίτητη για το ψήσιμο του ψωμιού. Ύστερα με μια βρεγμένη πάνα καθάριζαν τη βάση του φούρνου γιατί εκεί πάνω θα έβαζαν τα ψωμιά να ψηθούν και έπρεπε να είναι καθαρά.
Αφού τελείωναν με την προετοιμασία του φούρνου, έφερναν την πινακωτή με τα ψωμιά που έπρεπε να ψηθούν. Τα έβαζαν ένα ένα πάνω σ΄ ένα ξύλινο φτυάρι και τα έβαζαν μέσα στο φούρνο κατευθείαν πάνω στις πέτρες που έκαιγαν. Δε χρησιμοποιούσαν ταψί ή άλλο σκεύος. Το ζυμάρι τοποθετούνταν πάνω στις πέτρες του φούρνου. Στη συνέχεια έκλειναν την πόρτα του φούρνου με μια λαμαρίνα για να μη φεύγει η θερμότητα και περίμεναν να ψηθεί το ψωμί.

ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΣ -ΣΑΜΑΡΑΣ


Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλατάνου τα οποία σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήτα απλά με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
Για όλα αυτά τα επαγγέλματα του χωριού μας διαπιστώσαμε κάποια πολύ σημαντικά πράγματα. Οι πρόγονοί μας είχαν να αντιμετωπίσουν τη ζωή με πολύ φτωχικά μέσα και κάτω από φοβερές δυσκολίες. 
Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες κατάφερναν να ξεπερνούν όλες τις δυσκολίες χρησιμοποιώντας τα υλικά που τους έδινε η φύση. Τα ξύλα, τις πέτρες και τα άλλα υλικά τα κατεργάζονταν με μεγάλη επιδεξιότητα και τους έδιναν το σχήμα και τη μορφή που ήθελαν για να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν για τις ανάγκες τους.
Επιπλέον το ότι δεν είχαν πολλές ευκολίες αυτό τους ανάγκαζε να σκεφτούν και να επινοήσουν οι ίδιοι τα εργαλεία και τους τρόπους για να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία.
Αξίζει να δείχνουμε το σεβασμό μας σε όλους τους παλιότερους που μέσα από τόσες δυσκολίες πάλεψαν κι έφτιαξαν τον κόσμο καλύτερο για να τον χαιρόμαστε όλοι εμείς σήμερα.
Πρέπει να είμαστε περήφανοι για τους προγόνους μας.
Μας έμαθαν ότι μπορούμε με την προσπάθεια και την επιμονή να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες. Σε κάθε πρόβλημα υπάρχει λύση. Αρκεί να ψάξουμε να τη βρούμε. Η άνεση που μας έδωσε ο πολιτισμός να μην είναι φρένο στη σκέψη μας ούτε να μας αποκοιμίζει και να μας κάνει απλώς καταναλωτές. Μπορούμε κι εμείς να φτιάξουμε πολλά. Μπορούμε κι εμείς να επινοήσουμε λύσεις. Γιατί η πρόοδος πρέπει να συνεχιστεί. Γιατί οι επόμενες γενιές περιμένουν από μας έναν κόσμο καλύτερο απο αυτόν που παραλάβαμε.Π.anartiseto.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου